Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

"ΚΟΥΜΠΩΜΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΑ": Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ

Μια σειρά συγκυριών είναι δυνατό να φέρει στο δρόμο μας ένα μικρό θαύμα ή μερικά μικρά θαύματα. Είναι κάτι που το πιθανότερο δεν θα συμβεί και δεν έχει συμβεί σε πολλούς. Οσοι όμως το έχουν βιώσει, αισθάνονται προνομιούχοι και ευλογημένοι.

Ηταν λοιπόν ευλογία για μένα όταν η Δέσποινα Πυρκεττή με ρώτησε μια μέρα: “Θέλεις να δεις αυτά τα ποιήματα”;

Ετσι στο δρόμο μου βρέθηκαν τα “Κουμπωμένα Σχήματα” και η ποίηση του Γιώργου Ταρδίου.

Εικόνες της παλιάς Κύπρου με τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων της ξεδιπλώθηκαν μπροστά μου, μέσα από την γραφή ενός πραγματικού καλλιτέχνη, όπως τον αποκάλεσε ο Τεντ Χιουζ.

Τι περισσότερο λοιπόν μπορεί η δική μου ταπεινή φωνή να προσθέσει για την ποίηση του Ταρδίου όταν γι’ αυτήν έχει μιλήσει τόσο εγκωμιαστικά ένας εκ των σπουδαιότερων;

Ισως το μοναδικό που δεν θα μπορούσε να πει ένας εξέχων Αγγλος ποιητής επειδή είναι Αγγλος και όχι Κύπριος: ότι η ποίηση του Ταρδίου και τα “Κουμπωμένα Σχήματα” συγκεκριμένα, όπως αριστοτεχνικά μεταστεγάστηκε στην ελληνική, αποτελεί μια νοητή γέφυρα που ενώνει με πληρότητα, ποιητική και μεταφραστική, τις δυο λογοτεχνίες.

Στιγμιότυπο από τη χθεσινή παρουσίαση των "Κουμπεμένων Σχημάτων" στο
  Point Centre for Contemporary Art    στη Λευκωσία. Απεικονίζεται ο ποιητής Γιώργος Ταρδίος
Ο Ταρδίος έζησε σχεδόν ολόκληρη την όχι εύκολη ζωή του στην Αγγλία, όμως, παρέμεινε πιο Κύπριος και από τους Κύπριους. Προφανώς επειδή η μάνα του έκανε σπουδαία δουλειά στην καλλιέργεια αυτής της αγνής αγάπης προς τον τόπο, η μάνα του στην οποία είναι αφιερωμένη η συλλογή. Ο Ταρδίος μπορεί να γράφει στα αγγλικά, ωστόσο ο ψυχισμός του είναι γνήσια κυπριακός γιατί τα πιο ισχυρά του βιώματα, μετασταλαγμένα στην ψυχή του από τις συγκλονιστικές μητρικές αφηγήσεις, τον κράτησαν δεμένο με τον τόπο. Οι συχνές επισκέψεις του σε ολόκληρη σχεδόν την Κύπρο πότισαν τη νοσταλγία του για να μην ξεραθεί.

Ιδού όμως το παράδοξο. Ενώ το κυπριακό μοτίβο του Ταρδίου, με το κυπριακό βίωμα που μεταφέρει, αναγκαστικά εγκιβωτίζεται στην αγγλική -μια γλώσσα με τεράστια πολιτισμική χωρητικότητα, και νομίζεις ότι εκεί θα διασκορπιστεί, θα εξουθενωθεί και εν τέλει θα εξασθενήσει, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Το μοτίβο και το βίωμα αποδεικνύονται πιο πληθωρικά και ανθεκτικά για την χωρητικότητα της γλώσσας αυτής, η γλώσσα εν τέλει υποκλίνεται στη δύναμη τους.

Διαβάζοντας τα “Κουμπωμένα Σχήμααα” διαπιστώνει κανείς ότι ο ποιητής πετυχαίνει κάτι πρωτοφανές: να συναρμόσει ομαλά το ύφος μια γραφής σαφώς οριοθετημένης από την αισθητική της αγγλικής ποιητικής τεχνικής, με μια θεματική γνήσια κυπριακή .

Οι λέξεις στο ποιητικό σύμπαν που πλάθει ο Ταρδίος καθυποτάσσονται, αφοπλίζονται από τα δικά τους όπλα και οπλίζονται με τα όπλα της ποιητικής του για να πουν επακριβώς αυτό που θέλει εκείνος, όχι αυτό που θέλουν αυτές, ώστε να να αναδείξουν τη δική του οδύνη και όχι αυτήν την οποία ήταν προορισμένες να περιγράψουν.

Η ποίηση του Ταρδίου συνδυάζει επίσης δυο σπάνια και εκ πρώτοις όψεως συγκρουόμενα χαρακτηριστικά: τη μεγαλοπρέπεια και την ταπεινότητα. Την λάμψη της έμπνευσης και της μετουσίωσης σε ποιητικό πύκνωμα, αλλά και τη χαμηλοφωνία. Ο Ταρδίος είναι πανταχού παρών σε κάθε ποίημα, όμως για να τον βρεις πρέπει να ψάξεις. Το πρώτο πρόσωπο, ενώ φαινομενικά αποτελεί κυριαρχικό αναφορικό στοιχείο, στην πραγματικότητα είναι το «εγώ» ενός σχεδόν ντροπαλού και απίστευτα διακριτικού παρατηρητή των συμβάντων. Ο Ταρδίος στα “Κουμπωνένα Σχήματα” είναι η ποίησή του, οι στίχοι, οι ιστορίες που διηγείται, είναι το ψηφιδωτό της μνημονικής του ύπαρξης.

Πρόκειται για μια ποίηση που επικοινωνεί και αφυπνίζει και τις πέντε αισθήσεις αλλά και ακόμη μία που ακόμη δεν έχει επακριβώς ονομαστεί: Την αίσθηση της μνήμης. Στα ποιήματα των ‘Κουμπωμένων Σχημάτων”, η μνήμη μετατρέπεται σε ένζωο πίνακα, οι λέξεις μυρίζουν γιασεμί, η αφή των πραγμάτων ανασταίνεται, τα κύματα της θάλασσας της Κερύνειας παφλάζουν, τα ουρλιαχτά των σφαγμένων αντηχούν, το παραλήρημα των τρελών τρομάζει.

Η Κύπρος δεν θα μπορούσε να βρει διεισδυτικότερο πρεσβευτή του πολιτισμού της στην αγγλική γλώσσα από τον Ταρδίο.

Με τα “Κουμπωμένα Σχήματα”, αφενός η ίδια η αγγλική ποιητική γλώσσα διευρύνεται και πρέπει να επαίρεται για ένα τέτοιο υψηλή αισθητικής και πνοής έργο, αφετέρου, η ελληνική γλώσσα, ανασκιρτά και καλωσορίζει έναν μεγάλο ποιητή ο οποίος μετά από αντίξοο ταξίδι χρόνων, επιστρέφει στη γλώσσα του, κρατώντας έναν χαμένο θησαυρό, κτήμα του οποίου ελπίζω να γίνουν οι τωρινές και οι επόμενες γενιές.

Εγώ προσωπικά θα ήθελα να τον ευχαριστήσω βαθιά. Τα “Κουμπωμένα Σχήματα” μου ανανέωσαν την πίστη στην ποίηση. Ο Ταρδίος μου έδωσε ξανά ελπίδα.

Γιώργο Ταρδίε, νοσταλγικέ εξόριστε όπως ο ίδιος χαρακτήρισες τον εαυτό σου στη συνέντευξη που είχαμε το 2017 κάνει, καλωσόρισες στη γλώσσα σου.


Buttoned-up Shapes: The return of a “nostalgic exile”

by Yiorgos Christodoulides


A sequence of random events can bring unto our path a small miracle.

It is something highly unlikely to happen. But those who have experienced it, have every right to feel privileged and blessed.

It was, therefore, a blessing that Despina asked me one day “Would you take a look at these poems I’ve translated?”

And thus I was introduced to George Tardios’ ‘Buttoned-up Shapes”.

Images of an island of the times now gone, recounting tragic stories through the pen of a true artist – in the words of Ted Hughes.

What more can I add to descriptions of Tardios’ poetry when one of the greatest has spoken of it in words so ennobling?

Just one thing, perhaps, that a leading English poet could not have said, precisely because he is English and not Cypriot: that Tardios’ poetry and, in particular, “Buttoned-up Shapes”, skillfully rendered into the Greek language, crafts an imaginary bridge that, perhaps for the first time so adequately and seamlessly, joins together these two literary genres – poetics and translation.

Tardios has lived the largest part of a not-so-easy life in England; but he remained more Cypriot than most Cypriots. Evidently because his mother did a great job in cultivating his love of his ancestors’ land. The book is dedicated to her. Tardios may be writing in English, but his temperament is genuinely Cypriot as his most potent experiences, transfused into his soul through poignant maternal storytelling, have kept him bound to the island. His frequent visits across Cyprus have watered his nostalgy lest it dried out.
But here’s the paradox: whilst Tardios’ Cypriot pattern, and the Cypriot idiom contained within it, is necessarily interpolated in English – a language boasting immense multicultural capacity – having you think it will gradually dissipate, fade and finally recede, it is exactly the opposite that happens: the pattern and the idiom are proven larger than the capacity of the English language: and so the language bends to accommodate their poignancy.

Reading “Buttoned-up Shapes” one realizes that the poet achieves an unprecedented achievement: to smoothly interweave a writing technique that is clearly designated by the esthetics of English poetics with an authentically Cypriot thematic focus. Words submit to his poetry, disarmed of their own weapons and clad with the weapons of his own style in order to designate exactly what he wants: to bring out his own affliction and not the affliction they were initially meant to denote.

Tardios’ poetry also combines two rare and seemingly conflicting features: magnificence and humbleness. He is omnipresent in every poem, but to find him you need to delve into his poetry. The first person, whilst apparently a dominant referential pattern, is in reality the “ego” of an almost shy and incredibly discreet observer. Tardios in “Buttoned-up Shapes” is his poetry. The stories he relays are the mosaic of his mnemonic being.

This is poetry that awakens all five senses – plus one more: the sense of memory. In his poems, memory becomes embodied in a living painting, the words smell of jasmine, the texture of things ripples, the waves in the sea of Kyrenia roar, the howling of the slaughtered resonates, the delirium of the maddened becomes visceral shudder.

Cyprus could not have found a more pervasive ambassador of its culture in the English language than George Tardios.

With “Buttoned-up Shapes”, English poetry becomes expanded to proudly take in Cypriot themes and, at the same time, the Greek language humbly receives a great poet who, after an arduous journey of many years, now returns to his maternal language with a treasure that will hopefully be bequeathed to generations to come.

I would personally like to extend my deep gratitude to him. His poetry has renewed my faith in this art; it has given me hope.

George Tardios, nostalgic exile, as you described yourself in our interview, welcome to your mother tongue! 

 
  translated by Despina Pirketti


Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

"Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΜΠΑΝΑ ΠΟΥ ΧΤΥΠΑ ΣΙΩΠΗΛΑ"

Συνέντευξη του Γιώργου Χριστοδουλίδη στο "Γραφείον Ποιήσεως" της εφημερίδας "Πελοπόννησσος"

Ερ. Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας ότα
ν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Άλλαξε κάτι από τότε;

Απ. Διαμορφωνόμαστε μέσα από τα βιώματα και την τριβή με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι όσο μεγαλώνουμε η σχέση μας με το παιδί που υπήρξαμε, βαθαίνει. Σφυρηλατείται. Σε νεότερες ηλικίες αυτό δεν συμβαίνει. Εκεί έχουμε ένα πλατύ μπροστινό χρονο-ορίζοντα. Προχωρώντας μέσα από τα χρόνια, ο χρονο-ορίζοντας αυτός στενεύει, έτσι αρχίζουμε να κοιτάμε πίσω πιο συχνά. Τι είμασταν τότε που ακόμη είχαμε άπλετο χρόνο; Αξιοποιή
σαμε τις ευκαιρίες; Γίναμε πιο πολύ το άθροισμα των επιλογών μας ή των φόβων μας; Εκείνο το παιδί που αναφέρετε ήταν το πρόπλασμα αυτού που είμαι σήμερα. Αν κάτι υποψιάζομαι ότι διατήρησα από αυτό, είναι τη διερευνητική ματιά προς τον κόσμο. Αγνή θα ήθελα να πιστεύω, ενίοτε επιφυλακτική. Αν είναι να το συστήσω σε άλλους, θα πω, “προσπάθησε να γίνει κάτι που δεν ήξερε και πολλές φορές λάθεψε”. Πορεύτηκε περισσότερο με την καρδιά και το ένστικτο παρά με τη λογική. Θα χρειαζόμασταν μια δεύτερη ζωή, με την εμπειρία της πρώτης, για κάνουμε λιγότερα λάθη. Όμως ο άνθρωπος δεν κρίνεται από την τελειότητα του ή από το πόσο αλάνθαστος είναι. Κρίνεται από τη γνησιότητα των πράξεων του και από το αν πρόδωσε το αρχετυπικό παιδί που είχε μέσα του. Αισθάνομαι ότι η ουσία εκείνου του παιδιού, ακόμη με καθορίζει. Αν δεν την διατηρούσα, νομίζω δεν θα μπορούσα να γράφω ποίηση. Εξάλλου, η μεγάλη ποίηση έχει μέσα της το ανολοκλήρωτο, το ατελές, ακόμη και το παιδικό. Η τελειότητα είναι για μένα μια υπέροχη ατέλεια.

Ερ. Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Απ. Ειλικρινά δεν μ αρέσει. Χρειάζεται και μια χαρισματικότητα στην ανάγνωση, ένα ύφος που δεν κατέχω. Προτιμώ τη σιωπηλή ανάγνωση της ποίησης, απομονωμένη από ήχους και κυρίως από τη φωνή μου. Οχι μόνο δικών μου ποιημάτων αλλά και ποιημάτων άλλων ποιητών, αγαπημένων. Πιστεύω άλλωστε ότι το ποίημα συγγενεύει περισσότερο με τη σιωπή παρά με ήχους και φωνές, εκτός αν υπάρχει χαρισματικότητα όπως προανάφερα. Κοιτάξτε πόσο σιωπηλό είναι το φως! Κανένας ήχος δεν το συνοδεύει, όμως λάμπει. H ποίηση είναι μια καμπάνα που χτυπά σιωπηλά, μια χορωδία σιωπής. Βλέπεις τα στόματα να ανοιγοκλείνουν αλλά για να ακούσεις, πρέπει να συντονιστείς στη σωστή συχνότητα.

Ερ.Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Απ. Θα ήταν άτοπο να πω ότι είμαι επίγονος κάποιου ποιητή. Με την ανασφάλεια που συνοδεύει κάθε τι συμπερασματικό το οποίο αφορά την ποίηση, θα έλεγα ότι οι στίχοι μου είναι παιδιά, αφενός της ύπαρξης μου που νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί πέραν της καθημερινής ομιλίας, να συνθέσει το δικό της τραγούδι, αφετέρου, όλων εκείνων των αναγνωσμάτων που με συνεπήραν και μου άνοιξαν πιο μεγάλες πόρτες για να εισέλθω στο μυστήριο της ποίησης. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι ένας ακρογωνιαίος λίθος στην ποίηση. Πρόσφατα έγραψα ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο ΠΟΙΕΙΝ ότι «οι άλλοι είναι μέσα μας». Είναι οι άλλοι που διαβάσαμε και μας ανάγκασαν να επανερχόμαστε σε αυτούς. Είμαι πια πεπεισμένος ότι η μεγάλη λογοτεχνία γεννά νέα λογοτεχνία. Μυούμαστε στο είδος χάρις στις παρακαταθήκες των προγενέστερων. Αισθάνομαι ότι σε κάθε πόρτα που άνοιγα, ένας ποιητής με καλωσόριζε. Εξάλλου, οι νεκροί ποιητές απαλλαγμένοι από τις μικρότητες της ζωής, είναι πολύ πιο ανιδιοτελείς από τους ζωντανούς.

Ερ. Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας ;

 Απ. Είναι αλήθεια ότι οι πλείστοι ποιητές έχουν άδειους τραπεζικούς λογαριασμούς. Και είναι επίσης αλήθεια πως συνήθως πληρώνουμε για να αγοράσουμε τα αντίτυπα των βιβλίων μας από τον εκδότη. Προσωπικά ελπίζω να πετύχω κάποτε να εκδώσω χωρίς να πληρώσω. Είναι μια ευγενής φιλοδοξία, έτσι τουλάχιστον το βλέπω. Σπούδασα δημοσιογραφία και την ασκώ εδώ και 24 χρόνια. Την παρούσα στιγμή είμαι βοηθός αρχισυντάκτης στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, πέρασα όμως από την “κόλαση” του ιδιωτικού τομέα, ζυμώθηκα μέσα από ανθρώπινες ιστορίες οδύνης.
Η ποίηση μπορεί να μην αποφέρει, αλλά μας χαρίζει μια ψευδαίσθηση που αξίζει τον κόπο: Ότι μπορούμε να αφήσουμε κάτι πίσω μας . Στο κάτω κάτω, οι άλλες ψευδαισθήσεις είναι καλύτερες; Αλλοι αφήνουν διαθήκες με περιουσίες, οι ποιητές, το έργο τους. Να επιμηκυνθούμε κατά κάποιον τρόπο στο διηνεκές Στη ζωή είναι σημαντικό να μπορείς να τραφείς και να θρέψεις, στην ποίηση βρίσκεσαι για άλλο σκοπό. Η ποίηση σου δίνει την ευκαιρία να δείξεις αν αξίζει να μνημονεύεσαι. Συνεπώς δεν αδικεί τον ποιητή η ποίηση, μάλλον τον ευνοεί υπό τις περιστάσεις. Φυσικά και θα ήθελα να δω τα βιβλία μου να πουλούν, όχι τόσο για να αποφέρουν έσοδα, αλλά επικοινωνία και γιατί όχι, επιβεβαίωση. Ας το παραδεχτούμε, είμαστε ανασφαλείς εμείς οι ποιητές. Να μετρηθώ λοιπόν μέσα από την αυστηρή ματιά του αναγνώστη. Και με τον χρόνο. Η αναμέτρηση είναι πολύπτυχη, και αφορά το τι γράφτηκε, το τι γράφεται και το τι δεν έχει ακόμη γραφτεί. Είναι στην ουσία μια αναμέτρηση που μας ξεπερνά.

Ερ.Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι΄ αυτές;

Απ. Μου λένε ότι πρέπει να βιαστώ. Η πνοή που τις φέρνει δεν διαρκεί πολύ. Αν δεν κρατήσεις σημειώσεις, μετά είναι αργά. Και τις λέξεις να θυμάσαι δεν θα είναι το ίδιο. Η πνοή που φέρνει τους στίχους διαθέτει τη δική της ατμοσφαιρική πίεση, δεν γίνεται βγαίνοντας “έξω”, να “συναρμόσεις” το υλικό της σε ποίημα. Πρέπει να προλάβεις όσο είσαι “μέσα”. Μπορεί ένας αστροναύτης να επιβιώσει βγάζοντας το σκάφανδρο; Δεν μπορεί. Είναι κάτι πέραν από τα όρια του συνειδητού. Γίνομαι δέκτης μηνυμάτων που εκπέμπονται από άγνωστη πηγή. Ενίοτε έχουν την μορφή αινιγμάτων. Καλούμαι να τα λύσω. Το αίνιγμα της ζωής. Όλα γύρω από αυτό περιστρέφονται. Μετά, το αίνιγμα του θανάτου και της φθοράς που προηγείται. Στο μεσοδιάστημα, ο έρωτας, η αγάπη, η αλληλεγγύη για τον καταφρονημένο, το να γνοιάζεσαι και να πονάς για εκείνους που υποφέρουν, χωρίς ποτέ να το μάθουν ότι συμπάσχεις μαζί τους.
Συμβαίνει συχνά όταν οδηγώ, όταν περπατώ, το βράδυ λίγο πριν το ύπνο. Λέω κάποτε θα το γράψω το πρωί και το πρωί έχει ήδη φύγει ο στίχος. Οσον αφορά τη θεματική, δεν υπάρχει κάτι αυστηρά προκαθορισμένο. Μπορεί να είναι ένα βίωμα-έχω κάνει μια στροφή τελευταία σε αυτό που αποκαλούμε βιωματική ποίηση- που έρχεται από πολύ μακριά, μπορεί να είναι ένα σκάψιμο στην ύπαρξη, μια δόνηση, ένας κραδασμός της ψυχής, που θέλουν να μορφοποιηθούν σε ποίημα. Προκύπτουν επίσης κάποιες ιστορίες ανθρώπων, ως αποτέλεσμα και της επαγγελματικής μου ιδιότητας. Η οδύνη όμως της πραγματικότητας είναι πολύ πιο βαθιά από αυτό που μπορεί κανείς και συγκεκριμένα εγώ, να μεταφέρει στην ποιητική του γραφή.

Ερ. Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

 Απ. Δεν ξέρω. Υπάρχουν πολύ διαφορετικοί ποιητές από μένα που γράφουν εξαιρετικά. Ξεκινώ λοιπόν από αυτό, υπάρχουν πολύ πιο δεξιοτέχνες με ευρεία γκάμα αποθεματικού λέξεων, συνδυασμών, επινοητικότητας. Ετσι ακολουθώ τη λογική ότι ακόμα μαθαίνω το πως γράφεται η ποίηση. Και θα μαθαίνω μου φαίνεται μέχρι τέλους. Ισως το πιο σημαντικό που έχω μάθει και αναπτύξει είναι να ξεχωρίζω τι να κρατώ και τι να απορρίπτω. Ειδικά το τελευταίο, το κρίνω πολύ ουσιώδες. Aφαιρώντας φτάνεις στην ελλειπτικότητα της πύκνωσης. Ομως εν γένει, όπως προανέφερα, είμαστε όλοι επίγονοι των προηγούμενων ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούμε. Οποιος δεν το μάθει αυτό, θα περάσει δύσκολα στην ποίηση, δεν θα μπορέσει να αφήσει το δικό του στίγμα.

Ερ. Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Απ. Επιλέγω μέσα από την ποίηση να κάνω φίλους παρά εχθρούς. Και έχω κάνει, λίγους αλλά ακριβούς. Φυσικά αυτό είναι μόνο η δική μου επιλογή. Υπάρχουν πεινασμένοι άνθρωποι για φήμη και καθιέρωση, χωρίς να διαθέτουν τον αναγκαίο ποιητικό εξοπλισμό, ας πούμε, εξού και είναι τόσο πεινασμένοι. Υποκαθιστούν την ποιητική τους ανεπάρκεια με υπερμεγέθη φιλοδοξία που αγγίζει τα όρια του φαιδρού. Θέλουν να κυριαρχήσουν πάση θυσία, θέλουν να αρχηγεύσουν. Δημιουργούν κυκλώματα, ένα είδος πελατειακών σχέσεων αναπτύσσεται. Εξοβελίζονται όσοι αρνούνται να παίξουν το παιγνίδι αυτό. Ξέρετε πόσοι μου είπαν ότι θα γράψουν για το προηγούμενο μου βιβλίο και δεν έγραψαν; Γιατί; Διότι δεν παρακαλάω και δεν πρόκειται να παρακαλέσω κανέναν. Κι όσοι έγραψαν και τους ευχαριστώ, είτε θετικά είτε αρνητικά, το έκαναν με δική τους πρωτοβουλία.
Βλέπουμε αξιόλογες φωνές, να αποσιωπούνται από την εγχώρια κριτική και άλλες, όχι τόσο αξιόλογες θα έλεγα, να υπερπροβάλλονται. Ετσι όμως πλήττεται η ίδια η ποίηση διότι με ποιόν τρόπο να φτάσει ο σημερινός αναγνώστης σε ένα αξιόλογο έργο, όταν αυτό απωθείται από το ίδιο το σύστημα; Δημιουργούνται ετερόφωτοι ποιητές αφού τα βιβλία τους που λανσάρονται (όχι όλα βεβαίως), δεν έχουν τη δύναμη να μιλήσουν από μόνα τους. Άλλοι ομιλούν για αυτά και εντεταλμένα. Όμως ο χρόνος και πάλι θα είναι αδυσώπητος κριτής. Οταν οι άλλοι παύσουν να επαινούν, ό,τι δεν αξίζει απλώς θα ξεχαστεί. Μόνο ένα αυτόφωτο έργο μπορεί να επιβιώσει κι ας μην συμβεί αυτό σήμερα ή αύριο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε μια ποιητική συλλογή που πιστεύω αξίζει να διαβαστεί. Το κάνω επειδή δεν είδα να γράφει κανείς κάτι γι’ αυτή. Αναφέρομαι στις “Ζωογραφίες”, της Σοφίας Σακελλαρίου. Δεν την γνωρίζω την ποιήτρια, το κάνω αυτό επειδή θεωρώ το βιβλίο αδικημένο, είναι ένα είδος φόρου τιμής στα αποσιωπημένα.

Ερ. Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

 Απ.Δεν έχω σχεδιάσει κάτι, δεν τα καταφέρνω με τους σχεδιασμούς. Ζω το σήμερα, το πολύ να σκεφτώ τις επόμενες μέρες. Ο ποιητής δεν σχεδιάζει, απορροφά ή απορρίπτει ό,τι του έρχεται. Σχεδιάζουν οι οικονομολόγοι. Προσδοκώ φυσικά να γράψω ακόμη κάποια ποιήματα που ελπίζω να έχουν κάτι να πουν, να σημαίνουν κάτι, πρώτα για μένα, μετά για όσους τύχει να τα διαβάσουν. Ελπίζω επίσης να έχω το θάρρος να φανώ αρκετά έντιμος ώστε να σιωπήσω όταν βεβαιωθώ πως δεν έχω κάτι άξιο λόγου να πω, δηλαδή να γράψω. Ξέρετε, πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό όλα έχουν λεχθεί, τα πιο σημαντικά τουλάχιστον, από πλευράς θεματικής. Αυτό που καλείται ο ποιητής να κάνει είναι να τα συνθέσει ξανά ανοίγοντας ένα νέο βάθος.

 Ερ.Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που ο ίδιος φιλοτεχνείτε;

Απ. Σε κάποιο κάλαθο των αχρήστων ίσως ή σε κάποιο υπόγειο με πέντε εκατοστά σκόνη πάνω του . Ειλικρινά δεν μπορώ να γνωρίζω. Ο ποιητής ενώ γράφει στο σήμερα δεν γράφει μόνο για το σήμερα αλλά κυρίως για το αύριο. Το αύριο όμως είναι ανεξερεύνητο όπως και τα γούστα του και οι αισθητικές του. Νομίζω όμως πως ο καθένας ξέρει αν έχει γράψει κάτι που αξίζει ή απλώς πέρασε το χρόνο του λέγοντας ότι έγραφε ποίηση για να γεμίσει τις άδειες από νόημα ώρες του. Στην ποίηση ο τελικός κριτής έρχεται πολύ αργότερα που θα πέσει η αυλαία, μέσα στο σκοτάδι.

Ερ. Πώς ορίζετε το ποίημα που "αντέχει τον χρόνο";

 Απ. Γι’ αυτά γράφουμε. Πρέπει να έχεις μεγάλη δίψα μέσα σου για να γράψεις τέτοια ποιήματα. Μεγάλη κατανόηση του κόσμου, της ύπαρξης και τι σημαίνει η ποίηση απέναντι σε αυτά. Ισως πρώτα απ’ όλα να συνειδητοποιήσεις ότι η λογοτεχνία σου δίνει αυτή τη μοναδική δυνατότητα, γιατί πολλοί δεν το συνειδητοποιούν και νομίζουν ότι σημαντικό είναι να γράψεις ακόμη ένα ποίημα και όχι ένα σπουδαίο ποίημα ή μια σειρά ποιημάτων που θα σε οδηγήσουν σε μια άλλη σειρά σπουδαίων ποιημάτων. Το παράξενο όμως είναι πως ακόμη κι αν γράψεις τέτοια ποιήματα, δεν μπορείς να πεις ότι ξέρεις πως γράφονται, ειδάλλως, θα τα έγραφες συνέχεια. Είναι κάτι μοναδικό, ένα προνόμιο που σου δίνεται για κάποιες μόνο στιγμές και πρέπει να το αρπάξεις. Είναι αδύνατο να το κατέχεις, αν είσαι τυχερός, μπορείς να το αγγίξεις. Τα ποιήματα που αντέχουν στο χρόνο έχουν τα κότσια να τα βάλουν με το χρόνο. Αντέχουν όχι επειδή συμφιλιώνονται με τον χρόνο αλλά επειδή τον νικούν. Τον κάνουν να παραδεχτεί την ήττα του και να παραμερίσει επειδή το μήνυμα που μεταφέρουν πάντα θα βρίσκει ευήκοον ους. Γράφτηκαν για αναγνώστες που ακόμη δεν έχουν γεννηθεί. Είναι τα ποιήματα χωρίς ημερομηνία λήξης. Τα διαβάζεις και νομίζεις ότι γράφτηκαν χθες, ενώ μπορεί να έχει παρέλθει αιώνιος χρόνος από τη συγγραφή τους. Τα καλύτερα δε εξ αυτών, εγώ τουλάχιστον αποκομίζω την αίσθηση ότι έχουν γραφτεί σε κάποιο γραφείο του μέλλοντος. Κάποιο φανταστικό γραφείο ποιήσεως.

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΩΣ (ΔΕΝ) ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Κάθεσαι να γράψεις
αλλά δεν σου βγαίνει
οι λέξεις αρνούνται.
Το ποίημα
έρχεται σαν φύσημα αέρα 
από το ανοικτό παράθυρο

το ποίημα είναι πίσω σου
 
υλοποιείται για λίγο
και σε περιμένει
αιωρούμενο.
Ποίηση
είναι η είσοδος
σε ένα αχαρτογράφητο χώρο
όπου όλα είναι αβέβαια
όπου όλα
είναι 

αστραφτερά.

ESTAS TONNE : THE SONG OF THE GOLDEN DRAGON

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

ΦΟΥΖΙΚΛΑΔΙΟ

Πρέπει να σπάσεις πολλά εσωτερικά αποστήματα για να μπορέσεις να πεις αυτό που σε αναβλύζει, πόσο μάλλον να το γράψεις, ψυχική δαπάνη.
Αυτό που σου τριβελίζει την ύπαρξη και όχι αυτό που θέλουν να ακούσουν οι άλλοι. Οι οποίοι, μεθοδικά, επειδή δεν τολμάς να τα χαλάσεις μαζί τους, αρχίζουν να στρογγυλεύουν, μετατρεπόμενοι κι αυτοί σε μια σειρά από μαυριδερά αποστήματα, που όμως σπάζουν κι αυτά και διαλύονται, μόλις  εκμυστηρευτείς πρώτα στον εαυτό σου, μετά στη γραφή σου, τις δικές σου αλήθειες.
Αλήθειες που δεν θα ήταν τόσο συμπαγείς, επίμονες και ανθεκτικ
Η σιωπή, στη σωστή θερμοκρασία,  μαζί με τον αδίκως εγκαλούμενο, για σημαντικά θέματα, παρελαύνοντα χρόνο, μεστώνουν τις αλήθειες σου, σε μεταβάλλουν σε αεροστεγές κελάρι που παλιώνει αποτελεσματικά μια σπάνια ποικιλία κρασιού.
Σου τις παραδίδουν έτοιμες να πιωθούν, να ειπωθούν, ακόμη και να υποφέρουν- οι πληγές στο σώμα τους θα κλείσουν γρήγορα-, για να μην πω ότι χωρίς οδύνη, μια αλήθεια κινδυνεύει περισσότερο  να εκτεθεί στην ανυποληψία και να βρωμίσει.
Ένα καλό και διαρκές βασανιστήριο από ατάλαντους βασανιστές, από εργολάβους κάθε τι καθεστηκυίου , είναι απαραίτητο, όπως τα βάσανα του Ιησού Χριστού ή η τραμπαλισμένη ζωή του αμαρτωλού Μπουκόβσκι.
ές εκ γεννήσεως, αν δεν τις είχες αφήσεις τόσα χρόνια θαμμένες στη σιωπή.
Η διατύπωση μιας αλήθειας δεν είναι σκέψεις της στιγμής που συναρμόζονται σε νοήματα. Αλλά είναι τα υλικά και σου έχουν δοθεί από παλιά, από τότε που αποφάσισες, αφού πρώτα κυλίστηκες κι εσύ καιρό αρκετό μέσα στον βούρκο του εφήμερου τίποτα και αυτοματαιώθηκες με τις ψευδαισθήσεις σου,  ότι θα προσπαθήσεις αν μη τι άλλο, να αποποιηθείς τον τίτλο του παντελώς «ενάρετου», του πόσιμου, του βρώσιμου, του εύπεπτου και του καλού αγωγού στη  ασύμμετρη υποκρισία και ματαιοδοξία που μας πλημμυρίζει.
Από τότε που αποφάσισες ότι η μόνη συνωμοσία στην οποία θες να είσαι συνεργός είναι η συνωμοσία με το δύσκολο, το δυσεύρετο, το ωραίο, το αδάμαστο, το γαλαζοπούλι, τη θάλασσα, το φως, η συνωμοσία με το φεγγάρι και ένα μπουκάλι Lambrusco rose .
Είναι η συνωμοσία με εκείνον τον εκθλιπτικό μηχανισμό που εκθλίβει τη ψίχα αφού πρώτα διαλύσει το κέλυφος.
Πώς θα μπορούσες λοιπόν να διατείνεσαι ότι διεκδικείς μια υποψία αλήθειας ,  αν δεν έχεις προβάρει και δεν έχεις συντελέσει τελικά μια ολική ρήξη με το απόστημα που αποκαλείται ας πούμε οργανωμένος πνευματικός κόσμος; Με εκείνους που το εγωιστικά υπερφίαλο παρακράτος τους, προσομοιάζει περισσότερο με εξάπλωση μολυσματικής ασθενείας παρά με κάποιου είδους πολιτιστική συνδρομή. Που αντί να ακούνε και να ξανακούνε Μπετόβεν, Παπακωνσταντίνου, Τσιτσάνη, Scorpions, Led Zeppelin  ή να διαβάζουν Υφ Μπονφούα, Larkin, Χριστιανόπουλο, Δάγλα,  Ραψάνη, Aνεράδα, μέχρι να πεθάνουν, αναλώνονται σε λόγια του συρμού και σε σκατομαχίες.
Οχι, δεν έχεις πια καμιά σχέση με εκείνους που εκφαυλίζουν ό,τι αγγίξουν, και σαν μήλο που αρνείται να σαπίσει, αρνείται να κολλήσει φουζικλάδιο, πέφτεις μια μέρα από το δέντρο. Η φλούδα, τα κουκούτσια σου απλώνονται και βυθίζονται σε άλλο χώμα. Κάποιο ίσως πιάσει. Επιλέγεις να μην ανήκεις, επιλέγεις να ξαναγίνεις ώστε να είσαι.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

"ΗΔΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΔΥΝΗ"

Αναφορά του Michel Volkovitch στην ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη, Βιβλιοπωλείο Le Monte en l’ air, Παρίσι, 27.05.2017

 

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε το 1968 στη Μόσχα. Ζει στην Κύπρο, τη χώρα των προγόνων του, όπου ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Σήμερα, όμως, μας επισκέπτεται ως ποιητής, δημιουργός έξι συλλογών, ευρέως αναγνωρισμένος στη χώρα του και αποδέκτης πολλών βραβείων, με μεταφράσεις σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.
Η πιο πρόσφατη συλλογή του, Πληγείσες Περιοχές, μεταφράστηκε εξ ολοκλήρου στα γαλλικά το 2016  από τον Μισέλ Βόλκοβιτς για τον εκδοτικό του οίκο Le miel des anges. Μέσα από αυτή τη συλλογή, που θα απαγγείλει η Δήμητρα Κοντού, θα γνωρίσουμε την ποίηση του Χριστοδουλίδη.
Η σύγχρονη ποίηση είναι κατά τόπους μάλλον δυσπρόσιτη. Η ποίηση του Χριστοδουλίδη είναι ευπρόσιτη και λιτή, τουλάχιστον μορφολογικά. Η ουσία της, πάντως, αποκαλύπτει ενδελεχή επεξεργασία, συχνά περίπλοκη και ενίοτε αινιγματική. Είναι ποίηση που μιλά χωρίς να υψώνει τον τόνο της φωνής, περιγράφει με ύφος οικείο, με τρυφερότητα, παιδικές αναμνήσεις και σκηνές από την καθημερινότητα. Περιλαμβάνει υπεραγορές, γάτους, γέρους, παραμονές στο νοσοκομείο, και κυρίως την πανταχού παρούσα οικογένεια: παιδιά, γονείς, παππούδες, ζώντες και μη. Και όπως πάντα στην Ελλάδα και στην Κύπρο, οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από οπουδήποτε αλλού. Οι νεκροί που συναντάμε εδώ «γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης».
Υπάρχουν όμως, στα ίδια ποιήματα, φρικτά φαντάσματα. Κι όπως πάντα, στους Κύπριους, η επίμονη ανάμνηση της τραγωδίας του 1974. Από αυτή την άποψη, ο τίτλος της συλλογής είναι εύγλωττος. Η πληγείσα περιοχή είναι κατά πάσα πιθανότητα και εν πρώτοις η ίδια η Κύπρος, μαζί με τη δοκιμαζόμενη ανθρώπινη ζωή. Σε ένα ποίημα, ο ποιητής δηλώνει αυτοαναφορικά «δεν είχα αρκετή οργή». Κι όμως, είναι ψηλαφητή η οργή του σχεδόν παντού, κι ας είναι συχνά τυλιγμένη σε πέπλο μέσα στην ωραία ποίηση του Χριστοδουλίδη που τόσο έντεχνα αναμειγνύει ηδύτητα κι οδύνη. 

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ - ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΕΛΛ/ΓΑΛΛ

Ποιήματα από την ποιητική συλλογή Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, εκδόσεις Μελάνι 2016 που μεταφράστηκε στα γαλλικά (ZONES SINISTRΕES) από τον Michel Volkovitch και απαγγέλθηκαν στο Παρίσι στις 27/05/2017, στο βιβλιοπωλείο Le Monte en l’ air, κατά τη διάρκεια της 'Νύχτας της Λογοτεχνίας" ( La Nuit de la Littérature ), από τον Γ.Χριστοδουλίδη στα ελληνικά και τη Δήμητρα Κοντού στα γαλλικά



Ο ΚΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ

στον Ορέστη

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο
κρυφόκλαιγα
όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν
κι ένα σιδερένιο χέρι
με χάιδευε στην πλάτη.
Νομίζω
δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους
τους εξεταστές
τους άγνωστους συμμαθητές
αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό
τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.
Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.
Τις λέξεις τους
σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη
σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν
ενώ της μάνας μου οι λέξεις
ήταν ζυμωμένες στη στοργή.
Έτσι τώρα
που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο
λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά
λέξεις αγαπητερές
να τις παίρνει μαζί του
να τον κρατάνε
όταν ο κρότος των ξένων λέξεων
τον περικυκλώσει.



 ΚΑΤΑΓΜΑ

στον Άρη

Το παιδί ακουμπά στον ώμο μου
ο ώμος μου είναι σκληρός
κόκαλα τυλιγμένα σε μύες
και τένοντες
το παιδί
θέλει τον ώμο της μάνας του
λουλουδισμένο μαξιλαράκι
τρεις στρώσεις μέλι
βρύση που στάζει ροδοπέταλα
πολλά ροδοπέταλα
και θάλπος.
Ο ώμος μου υποχωρεί
σπάει και θρυμματίζεται
κάτω από το βάρος της επιθυμίας
του παιδιού.



 ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα ’χανε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Tα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.
Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.



 ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
Α, ναι.
Παύση.
Είναι καλά;
Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.
Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;»




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015

Άδειασαν οι δρόμοι της πόλης
οι διευθύνσεις τους συστρέφονται
οι δρόμοι οδηγούν στο νεκροταφείο
όμως οι νεκροί λείπουν
οι νεκροί γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης
οι ζωντανοί είναι κλειδωμένοι στα σπίτια τους
σε λίγο θα πάρουν τη θέση των νεκρών
ο αέρας θα φυσήξει μια φορά προς τα εκεί
που οι δρόμοι καταλήγουν
και οι νεκροί θα βασιλέψουν στην πόλη
κανείς πια δεν ξέρει το μέλλον καλύτερα
από τους νεκρούς.



ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
πολλών ήσυχων ημερών.



Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.



ΦΤΗΝΑ ΤΗ ΓΛΥΤΩΣΕ Ο ΣΩΤΗΡΗΣ


Όταν ο Σωτήρης έπεσε από το δέντρο
νομίσαμε πως την έπαθε άσχημα.
Δεν ξέραμε τότε τι θα πει θάνατος, είχαμε μόλις
γεννηθεί.
Υποψιαζόμασταν πως κάτι κακό συνέβη
αρκούσε να δει κανείς πως θόλωσαν τα μάτια του

κι έμεινε ακίνητος στο σημείο της πτώσης.
Μετά η μνήμη δεν βοηθά ρίχνει μαύρο ως συνήθως,
σαν να μου λέει “πέρασε πολύς καιρός από τότε
να εστιάζεις στα κοντινά”.
Μετακομίσαμε, δεν τον ξανάδα τον Σωτήρη
πάντως πρέπει να τη γλύτωσε φτηνά από εκείνη
την πτώση
να επέζησε
γιατί όπως έμαθα αργότερα
τον σκόρπισε μια οβίδα στον πόλεμο





ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑ

Νοσοκομείο Λευκωσίας
τμήμα πυρηνικής ιατρικής
εγώ ανάσκελα,
με τον σπινθηρογράφο σε απόσταση αναπνοής
από το πρόσωπό μου.
Προηγήθηκαν: Ένα κορίτσι χωρίς μαλλιά
που άντεξε τις χημειοθεραπείες,
μια γυναίκα τρυπημένη και ανοιγμένη από παντού
ένα αγόρι μονάχο του στην άκρη της ουράς
χωρίς εμφανή σημάδια αρρώστιας
πέραν από την εγκατάλειψη.
Εκεί, φάτσα με το ηλεκτρονικό μάτι
και τον γιατρό να φωνάζει «Ακίνητος, ακίνητος»
σκέφτηκα την πρώτη φορά
που κάναμε έρωτα
σαν ένας άνθρωπος που άρχισε
να ανακαλεί τις σωστές αναμνήσεις.






Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ

Κοιμάται αποκαμωμένη
διαγώνια του κρεβατιού
και δεν ξέρω καν αν αναπνέει.
Δίπλα της
ξαπλωμένος ο γιος μου
σκεπασμένος με φύλλα της νύχτας.
Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
θα ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
θα προσέξει της ανεμόσκαλας την άσκοπη αιώρηση
και θα τη μαζέψει
θα τη βάλει στο ντουλάπι
όπως τόσα άλλα πράγματα
που ανεξήγητα κάποτε
ρίχνει ο ουρανός.




ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;




ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ

Υπάρχει μια εκκρεμότητα
που αν δεν την πω δεν θα ησυχάσω.
Κάποιος με παρακολουθεί την ώρα που γράφω.
Ένας αγροίκος
τον ακούω να κόβει τα νύχια του
να ξύνεται να χασμουριέται
μετά να σηκώνεται να σπάει αβγά
να κάνει ομελέτα
ύστερα να ανάβει την τηλεόραση
να ρουφά την ημερήσια φρικαλεότητα
μετά να παθιάζεται μ’ ένα ντέρμπι
να στυλώνει το τεράστιο πούρο του
να στέλλει δαχτυλίδια καπνού
στο γκρίζο ταβάνι του
που καταρρέει αδιάκοπα.
Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση
μου λέει, σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα
κατ’ ακρίβειαν την έχω εντελώς γραμμένη
και χασκογελά.
Νομίζει ότι έτσι θα με τσαντίσει
ή θα με κάνει να ασχοληθώ
με κάτι πιο προσοδοφόρο.
Ας πιούμε ένα ποτήρι κρασί, του απαντώ
κερασμένο από μένα
πάλι μου έδωσες
το καλύτερο ποίημα.

 -------



Le fracas de leurs mots

À Orèstis
À l’école je me souviens les premiers temps
je pleurais en douce
lorsque la main de ma mère me lâchant
une main de fer
me caressait le dos.
Je ne crois pas
que j’avais peur des maîtres
des examinateurs
des camarades inconnus
des officiers à l’armée plus tard
des professeurs à l’université.
C’est leur savoir cercle glaçant dont j’avais peur.
Leurs mots
durs, intolérants, sans amour
comme des noix vides quand on les casse
tandis que les mots de ma mère
étaient pétris de tendresse.
Et maintenant
que je soupçonne la même peur chez mon fils
je lui prépare des mots le matin
des mots aimants
qu’il les prenne avec lui
qu’ils veillent sur lui
quand le fracas des mots étrangers
l’encercle.








Fracture

À Àris

L’enfant s’appuie sur mon épaule
mon épaule est dure
des os enveloppés de muscles
et de tendons
l’enfant
veut l’épaule de sa mère
petit oreiller à fleurs
trois couches de miel
source d’où coulent en foule
des pétales de rose
et une douce chaleur.
Mon épaule recule
se brise part en morceaux
sous le poids du désir
de l’enfant.








Vélos cassés

Leur père soignait les vélos cassés du quartier.
Des gens de passage aussi en apportaient parfois.
Ses deux enfants couraient partout pieds nus en guenilles
— dans leurs yeux brillait l’aventure
et sa fin.
Ils couraient toute la journée
lui débordé de travail
ne les quittait pas des yeux
mais dans un instant tranchant
où l’imprévu fauchait le crépuscule
au point aveugle
lorsque la nuque ne peut tourner
ils lui ont échappé
ont chevauché deux selles
roues trouées
chaines déglinguées
freins usés
et sont montés au point le plus haut des rêves.
Dans l’immense descente des couleurs
là où d’habitude
tous les enfants aux pieds nus échouent
ils n’ont pas réussi.
Leur père
— privé de soleil —
les a cherchés
en vain.
Les a cherchés sans bruit.
Lui seul les a cherchés.
C’est ce qui arrive et d’autres choses encore
dans des lieux sans lumière.











Histoires que l’on comprend
bien plus tard

À midi sur le parking de l’immeuble
nous pourchassaient un policier énervé
en short
et le jardinier.
L’un nous couvrait d’injures car en jouant au foot
on lui gâchait son sommeil
il descendait brandissant un bâton
pour nous rouer de coups.
L’autre hurlant inintelligible
une bête sauvage
pensait nous tomber dessus
à l’heure où l’on cueillait les fruits du néflier.
Nous étions plus énervés qu’eux.
Et plus agiles.
Mais il m’a fallu des années
pour me douter que peut-être
il haïssait plus que nous-mêmes
notre rire
et que
pouvoir et propriété
n’aiment pas les enfants.











Un Andrèas

Nous nous croisons à l’occasion une ou deux fois par an
hier il m’a vu au supermarché
choisir des tomates.
Il m’a redemandé comment allait ma grande fille
— C’est un fils, il fait ses études, Andrèas.
— Ah bon.
Silence.
— Il va bien ?
— Ça va.
À chaque fois la même discussion
au-dessus de denrées pourries
à la porte du coiffeur de noms
à l’atelier de changement de jambes
dans les queues de chômeurs desséchés
sur les trottoirs des racornis
dans les tranchées de la ville
— Penche-toi Andrèas, non, pas de courbette
penche-toi seulement.
C’est étrange comme on peut
se rappeler toujours la même chose de travers.
J’ai remarqué aussi le tremblement de ses mains
qu’il cachait adroitement, serrant son chariot.
Je fais tout pour l’éviter
Mais son obstination à faire partager sa gêne
est invincible.
Un jour il a perdu sa tête
on a couru la rattraper
dans la descente.
Lorsque j’ai eu payé l’éditeur suivant
et publié mon sixième livre
je l’ai envoyé chez lui sans connaître l’adresse
sûr qu’il le recevrait un jour.
Des années plus tard nous nous sommes retrouvés
dans les toilettes
publiques et payantes.
« Comment va ta fille ?
Super ton poème sur ce type.
Incroyable, ce type-là,
c’est qui ? »












Noël 2015

Les rues de la ville se sont vidées
leurs directions se confondent
les rues mènent au cimetière
mais les morts n’y sont pas
les morts font la fête au centre ville
les vivants barricadés chez eux
prendront bientôt la place des morts
le vent soufflera une fois vers l’aboutissement des routes
et les morts en ville seront les rois
nul désormais ne connaît mieux l’avenir que les morts.














Les survivants

Ceux qui se remettent
ont le visage déformé
les membres coupés
et sont privés de leur coup d’oeil d’avant.
Ils sombrent dans un vertige d’écume
et leurs paroles deviennent des oiseaux
sans nid.
Ils voient les étincelles comme des rayons de soleil
les blessures comme une erreur de l’artisan
et les victimes
comme des anges endormis.
Ils voient la scène de l’accident
sans l’horreur.
Tout comme les survivants
d’une journée tranquille
— de plusieurs.












L’électrification de l’oubli

Arrivant dans la ville
elle a provoqué des secousses
et des coupures dans l’électrification
de l’oubli
l’oubli de l’amour
et des arythmies dans l’accomplissement
d’habitudes usagées
tandis que les éclats
qu’il projetait dans des horizons là devant
dans le reflet de siècles futurs
assiégeaient imprévus
sa forteresse virtuelle.
Ces jours-là donc
qu’il savait comptés
telle une assiettée de roses
converties en sentiments
il évitait d’approcher
les hautes fenêtres des étages
les puits à lumière où souvent
sa curiosité d’enfant
s’était tuée
les terrasses du gratte-ciel impossible
dans le silence aérien de ceux
qui touchent aux cimes inaccessibles
tous ces enfers d’architecture des villes
qu’ont inventé
des mal-aimants ou bien des mal-aimés
et toi sans t’en rendre compte
tu t’es déjà incorporéà la puissance de leur profondeur
lorsque dans leur indifférence de pierre
souvent ils encouragent
une succession de tes chutes
quasi réelles.









Sotìris l’a échappé belle

Quand Sotìris est tombé de l’arbre
nous nous sommes dit qu’il s’était fait très mal.
Nous ne savions pas, étant nés de la veille, ce que mort
[veut dire.
Nous soupçonnions que c’était grave
il suffisait de le voir, le regard vitreux,
immobile à l’endroit de la chute.
Ensuite la mémoire n’aide pas elle jette du noir comme
[toujours,
comme pour dire « c’est du lointain passé, concentre-toi
[sur le présent ».
On a déménagé, je n’ai pas revu Sotìris
mais il a dû réchapper de cette chute
et survivre
car comme je l’ai appris plus tard
pendant la guerre un obus l’a éparpillé.












Scintillographie

Hôpital de Nicosie
service de médecine nucléaire
moi couché sur le dos,
le scintillographe à portée de souffle
de mon visage.
M’ont devancé : une fille sans cheveux
qui a résisté aux chimiothérapies,
une femme trouée ouverte de partout
un garçon seul au bout de la queue
sans marques visibles de maladie
mis à part l’abandon.
Là, face à l’oeil électronique
et au médecin criant « Ne bougez plus, ne bougez plus »
j’ai pensé à la première fois
où nous avons fait l’amour
comme un homme qui commence
à rappeler les souvenirs qui conviennent.
















L’échelle

Elle dort épuisée
en travers du lit
je ne sais même pas si elle respire.
À côté
mon fils allongé
que couvrent des feuilles de nuit.
La secrète échelle de la lune
se déploiera
mais j’y monterai seul cette fois encore.
Elle s’éveillera
remarquera l’échelle en suspens sans raison
et la rangera
dans l’armoire
comme tant d’autres choses
qu’inexplicablement parfois
le ciel nous lance.





 


Le livre brun de José Saramago

Je lis un livre brun.
L’auteur est mort
le traducteur est mort
le héros s’est suicidé.
Moi je vis encore.
Assis dans le creux d’une lune inconnue
je bois une bière blonde.
Qui a dit que la mort
était invincible ?












Sources d’inspiration


Quelque chose me chiffonne
et avant de l’avoir dit je ne serai pas tranquille.
Quelqu’un m’observe pendant que j’écris.
Un être grossier
je l’entends se couper les ongles
se gratter bâiller
puis se lever pour casser des oeufs
et faire une omelette
ensuite allumer la télé
avaler l’horreur quotidienne
puis se passionner pour un derby
se plantant son énorme cigare
pour envoyer des ronds de fumée
vers son plafond gris
qui sans arrêt s’effondre.
Ça ne m’intéresse pas du tout la poésie
me dit-il, cassant tout protocole
tes papiers en fait je m’en torche
et il s’esclaffe.
Il pense me fâcher ainsi
ou m’amener vers une activité
plus rentable.
Je réponds, buvons un verre de vin c’est moi qui paie
tu m’as donné encore une fois
le meilleur poème.